Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΚΟΚ

Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης με βάση το νέο ΚΟΚ αποτελεί διοικητική κύρωση με άμεσες συνέπειες για την καθημερινότητα και, συχνά, για την επαγγελματική ζωή του οδηγού. Ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, Ν. 5209/2025, προβλέπει την επιβολή της για συγκεκριμένες παραβάσεις, ενώ η διάρκειά της εξαρτάται από τη βαρύτητα της παράβασης, την κατηγορία στην οποία υπάγεται και την τυχόν υποτροπή.
Η επιβολή της κύρωσης όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα αμφισβήτησής της. Ο οδηγός μπορεί να υποβάλει αντιρρήσεις, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να ζητήσει αναστολή της εκτέλεσης της πράξης.
Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τι προβλέπει ο νέος ΚΟΚ και τι μέσα έχει στη διάθεσή του ο παραβάτης προκειμένου να αποφύγει την αφαίρεση του διπλώματός του:
ΠΟΤΕ ΑΦΑΙΡΕΙΤΑΙ Η ΑΔΕΙΑ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
Η αφαίρεση του διπλώματος μπορεί να επιβληθεί για ορισμένες από τις σοβαρότερες παραβάσεις του ΚΟΚ. Ενδεικτικά, τέτοιες παραβάσεις αφορούν:
- παραβίαση ερυθρού σηματοδότη ή πινακίδας STOP,
- υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας,
- οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ή άλλων ουσιών,
- χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση,
- μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή προστατευτικού κράνους,
- επικίνδυνους ελιγμούς ή παραβάσεις προσπέρασης,
- στάθμευση σε θέσεις ή ράμπες ατόμων με αναπηρία,
- οδήγηση χωρίς την απαιτούμενη ή την κατάλληλη κατηγορία άδειας,
- υποτροπή σε σοβαρές παραβάσεις του ΚΟΚ.
Η κύρωση δεν επιβάλλεται με τον ίδιο τρόπο ούτε έχει την ίδια διάρκεια σε όλες τις περιπτώσεις. Απαιτείται έλεγχος της ειδικής διάταξης που εφαρμόστηκε, της παράβασης που βεβαιώθηκε, της κατηγορίας κύρωσης και των τυχόν προηγούμενων παραβάσεων του οδηγού.
ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΚ
Το άρθρο 108 του ν. 5209/2025 κατατάσσει τις παραβάσεις στις κατηγορίες Ε1, Ε2, Ε3, Ε4 και Σ, δηλαδή στην κατηγορία αντικοινωνικής οδικής συμπεριφοράς. Οι κατηγορίες Ε1, Ε2 και Ε3 διακρίνονται περαιτέρω σε υποκατηγορίες Α και Β.
Στις υποκατηγορίες Α επιβάλλεται μόνο διοικητικό πρόστιμο. Στις υποκατηγορίες Β επιβάλλεται, πέρα από το πρόστιμο, και διοικητικό μέτρο αφαίρεσης της άδειας οδήγησης.
Ειδικότερα, η αφαίρεση ανέρχεται σε δέκα ημέρες για την κατηγορία Ε1-Β, σε είκοσι ημέρες για την Ε2-Β και σε τριάντα ημέρες για την Ε3-Β. Στην τελευταία αυτή περίπτωση προβλέπεται, κατά κανόνα, και αφαίρεση των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος, σύμφωνα με το άρθρο 106 ΚΟΚ.
Για παραβάσεις της κατηγορίας Ε4, καθώς και για περιπτώσεις υποτροπής, προβλέπονται ειδικότερες και αυστηρότερες συνέπειες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αφαίρεση της άδειας μπορεί να διαρκεί για μήνες ή ακόμη και για έτη, ενώ μπορεί να απαιτείται εκ νέου εκπαίδευση και εξέταση για την επαναχορήγησή της.
ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ
Το πρώτο στάδιο αμφισβήτησης είναι η υποβολή αντιρρήσεων στην αρμόδια αρχή που αναγράφεται στη βεβαίωση της παράβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 107 του ΚΟΚ, ο παραβάτης έχει, κατά κανόνα, προθεσμία τριών (3) ημερών από την επίδοση της βεβαίωσης για να υποβάλει αντιρρήσεις.
Η προθεσμία αυτή είναι ιδιαίτερα σύντομη. Απαιτείται άμεσος έλεγχος της πράξης, της περιγραφής των περιστατικών, της διάταξης που εφαρμόστηκε, της κατηγορίας της παράβασης και της διάρκειας του μέτρου που επιβλήθηκε.
Η απόφαση επί των αντιρρήσεων πρέπει να είναι ειδικά και πλήρως αιτιολογημένη, με αναφορά στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και στα στοιχεία της υπόθεσης.
ΠΟΤΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΘΕΙ Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ
Η αμφισβήτηση της πράξης με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο ή αφαιρείται η άδεια οδήγησης πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένη νομική και πραγματική βάση. Ανάλογα με τα περιστατικά, μπορεί να εξεταστούν:
- εσφαλμένη καταγραφή των πραγματικών περιστατικών,
- λανθασμένη ταυτοποίηση του οδηγού ή του οχήματος,
- ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία στη βεβαίωση παράβασης,
- εσφαλμένη εφαρμογή διάταξης του ΚΟΚ,
- πλημμελής ή ανεπαρκής αιτιολογία της πράξης,
- λανθασμένη κατάταξη της παράβασης σε συγκεκριμένη κατηγορία,
- εσφαλμένος υπολογισμός της διάρκειας αφαίρεσης,
- εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων περί υποτροπής.
Φωτογραφίες, βίντεο, στοιχεία από τεχνικά μέσα, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνες και μαρτυρικές καταθέσεις μπορούν να συμβάλουν ουσιωδώς στην τεκμηρίωση των ισχυρισμών του οδηγού.
ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Η πράξη αφαίρεσης της άδειας οδήγησης μπορεί, καταρχήν, να προσβληθεί με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου. Οι διαφορές που ανακύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί χορήγησης, ανάκλησης ή αφαίρεσης άδειας οδήγησης υπάγονται, κατ’ αρχήν, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως διοικητικές διαφορές ουσίας.
Η γενική προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι εξήντα (60) ημέρες. Η προθεσμία αρχίζει, κατά περίπτωση, από τη νόμιμη επίδοση της πράξης ή από την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση του περιεχομένου της.
Ο ακριβής υπολογισμός της προθεσμίας, καθώς και η επιλογή του αρμόδιου δικαστηρίου και του κατάλληλου ενδίκου βοηθήματος, απαιτούν έλεγχο των εγγράφων της συγκεκριμένης υπόθεσης.
ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ
Η άσκηση προσφυγής δεν αναστέλλει αυτομάτως την εκτέλεση της πράξης αφαίρεσης της άδειας οδήγησης. Επομένως, η κατάθεση προσφυγής δεν παρέχει από μόνη της δικαίωμα οδήγησης.
Για την προσωρινή δικαστική προστασία μπορεί να υποβληθεί χωριστή αίτηση αναστολής και να ζητηθεί η έκδοση προσωρινής διαταγής η οποία και θα επιστρέφει προσωρινά την άδεια οδήγησης.
Η αναστολή μπορεί να χορηγηθεί όταν ο οδηγός επικαλείται και αποδεικνύει ότι η άμεση εκτέλεση της πράξης θα του προκαλέσει βλάβη δυσχερώς επανορθώσιμη ή ανεπανόρθωτη. Το δικαστήριο συνεκτιμά τη σοβαρότητα της βλάβης, τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης ή μεταρρύθμισης της πράξης, τα συμφέροντα τρίτων και το δημόσιο συμφέρον, ιδίως την προστασία της οδικής ασφάλειας.
Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΟΔΗΓΗΣΗΣ
Η αφαίρεση της άδειας μπορεί να έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για οδηγούς ταξί, φορτηγών και λεωφορείων, διανομείς, εκπαιδευτές υποψηφίων οδηγών και κάθε εργαζόμενο ή επαγγελματία που χρειάζεται το όχημα για την άσκηση της δραστηριότητάς του.
Η επαγγελματική ανάγκη οδήγησης μπορεί να αποτελέσει σημαντικό στοιχείο για τη θεμελίωση αίτησης αναστολής. Δεν αρκεί, όμως, μία γενική επίκληση επαγγελματικής δυσχέρειας. Ο κίνδυνος απώλειας εργασίας ή ουσιώδους στέρησης των μέσων βιοπορισμού πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα στοιχεία, όπως σύμβαση εργασίας, βεβαίωση εργοδότη, επαγγελματικές συμβάσεις, φορολογικά δεδομένα, παραστατικά εσόδων και στοιχεία οικογενειακών ή οικονομικών υποχρεώσεων.
Το δικαστήριο σταθμίζει τη σοβαρότητα και τον δυσχερώς επανορθώσιμο χαρακτήρα της βλάβης σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της παράβασης και το δημόσιο συμφέρον της οδικής ασφάλειας.
ΓΙΑΓΙ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΑΜΕΣΗ ΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Οι προθεσμίες για την υποβολή αντιρρήσεων και την άσκηση προσφυγής είναι σύντομες. Η καθυστέρηση μπορεί να δυσχεράνει τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και να περιορίσει ουσιαστικά τη χρησιμότητα μιας αίτησης αναστολής.
Η έγκαιρη νομική αξιολόγηση επιτρέπει τον έλεγχο της νομιμότητας της πράξης, τη συγκέντρωση των αναγκαίων εγγράφων και την επιλογή της κατάλληλης διαδικασίας. Κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται αυτοτελώς, με βάση τη συγκεκριμένη παράβαση, τη διάρκεια της αφαίρεσης, το ιστορικό του οδηγού και τις πραγματικές συνέπειες που επιφέρει το μέτρο.
*Το δικηγορικό γραφείο μας έχει μεγάλη εμπειρία σε περιπτώσεις αφαίρεσης της άδειας οδήγησης και μπορεί να σας συνδράμει αποτελεσματικά σε περίπτωση σε περίπτωση αφαίρεσης του διπλώματός σας λόγω παράβασης του ΚΟΚ. Για περαιτέρω νομικές συμβουλές ή για την ανάθεση της υπόθεσής σας στο γραφείο μας μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο τηλ. +30 21 0022 0145 ή με email στο info@vlc-law.gr. Σημειώνεται ότι απαγορεύεται βάσει Κώδικα περί Δικηγόρων η παροχή νομικών συμβουλών άνευ της ανάλογης αμοιβής (άρθρο 57 Ν. 4194/2013).