ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΚΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σύσταση ΜΚΟ στην Ελλάδα: νομικές μορφές - διαδικασία

Η ίδρυση μιας "Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης" (Μ.Κ.Ο.) στην Ελλάδα προϋποθέτει προσεκτικό νομικό σχεδιασμό ήδη από το αρχικό στάδιο. Ο όρος «ΜΚΟ» δεν αποτελεί αυτοτελή νομική μορφή, αλλά χρησιμοποιείται για να περιγράψει φορείς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωνικούς, πολιτιστικούς, ανθρωπιστικούς, περιβαλλοντικούς, επιστημονικούς ή άλλους κοινωφελείς σκοπούς.

 

Στην πράξη, οι συνηθέστερες νομικές μορφές μέσω των οποίων οργανώνεται μια ΜΚΟ είναι το σωματείο και η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, γνωστή ως ΑΜΚΕ. Η επιλογή της κατάλληλης μορφής είναι κρίσιμη, καθώς επηρεάζει τη διαδικασία σύστασης, τη διοίκηση, τη λήψη αποφάσεων, τη φορολογική και λογιστική παρακολούθηση, καθώς και τη δυνατότητα συμμετοχής σε προγράμματα, επιχορηγήσεις ή ειδικά μητρώα.

 

Το σωματείο αποτελεί ένωση προσώπων που επιδιώκει μη κερδοσκοπικό σκοπό. Για τη σύστασή του απαιτείται η συμμετοχή τουλάχιστον είκοσι ιδρυτικών μελών, η σύνταξη καταστατικού, η υπογραφή συστατικής πράξης και η υποβολή αίτησης στο αρμόδιο Πρωτοδικείο για την αναγνώριση και εγγραφή του στο βιβλίο σωματείων. Η μορφή αυτή είναι κατάλληλη όταν επιδιώκεται η δημιουργία ενός συλλογικού φορέα με μέλη, γενικές συνελεύσεις, εκλογές και δημοκρατική εσωτερική οργάνωση.

 

Αντίθετα, η ΑΜΚΕ αποτελεί πιο ευέλικτη μορφή, κατάλληλη για μικρότερες ιδρυτικές ομάδες, κοινωνικές πρωτοβουλίες, ερευνητικά ή εκπαιδευτικά προγράμματα και φορείς που δεν επιθυμούν απαραίτητα τη λειτουργία με μεγάλο αριθμό μελών. Η ΑΜΚΕ συστήνεται με εταιρικό καταστατικό, στο οποίο προβλέπονται ο σκοπός, οι εισφορές, η διοίκηση, η εκπροσώπηση, η διάρκεια, οι αρμοδιότητες του διαχειριστή και οι κανόνες οικονομικής λειτουργίας.

 

Κεντρικό στοιχείο και στις δύο μορφές είναι ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο φορέας δεν μπορεί να έχει έσοδα. Μπορεί να λαμβάνει δωρεές, συνδρομές, χορηγίες, επιχορηγήσεις, έσοδα από δράσεις ή προγράμματα. Ωστόσο, τα τυχόν πλεονάσματα δεν επιτρέπεται να διανέμονται στα μέλη, στους εταίρους ή στη διοίκηση, αλλά πρέπει να επανεπενδύονται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των σκοπών του φορέα.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ορθή σύνταξη του καταστατικού. Το καταστατικό πρέπει να προβλέπει με σαφήνεια την επωνυμία, την έδρα, τον σκοπό, τα μέσα επίτευξης του σκοπού, τη διοικητική δομή, τους πόρους, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, την ευθύνη των μελών ή εταίρων, τη λύση και εκκαθάριση, καθώς και την τύχη της περιουσίας σε περίπτωση διάλυσης. Ασαφείς ή ελλιπείς καταστατικές προβλέψεις μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρά πρακτικά και νομικά προβλήματα στο μέλλον.

 

Μετά τη σύσταση του φορέα ακολουθούν οι φορολογικές και διοικητικές ενέργειες. Απαιτείται απόδοση ΑΦΜ, δήλωση έναρξης εργασιών στην ΑΑΔΕ, επιλογή κατάλληλων ΚΑΔ, δήλωση έδρας, τήρηση λογιστικών βιβλίων, άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού και συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αφορούν το Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων. Ανάλογα με τη δραστηριότητα, μπορεί να απαιτείται και εγγραφή σε ειδικά μητρώα, ιδίως όταν ο φορέας δραστηριοποιείται σε τομείς όπως κοινωνική φροντίδα, υγεία, ανήλικοι, πρόσφυγες, μετανάστευση ή ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

 

Εξίσου σημαντική είναι η λογιστική και φορολογική οργάνωση από την πρώτη ημέρα λειτουργίας. Η διάκριση μεταξύ δωρεάς, χορηγίας, επιχορήγησης και ανταποδοτικής παροχής υπηρεσιών έχει ουσιαστικές φορολογικές συνέπειες. Για παράδειγμα, μία απλή δωρεά χωρίς αντάλλαγμα αντιμετωπίζεται διαφορετικά από μία χορηγία με προβολή του χορηγού, η οποία μπορεί να έχει χαρακτήρα διαφημιστικής ή εμπορικής συναλλαγής.

 

Παράλληλα, κάθε ΜΚΟ οφείλει να διαθέτει βασικές εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες. Ενδεικτικά, είναι σκόπιμο να υπάρχουν πολιτική δωρεών και χορηγιών, πολιτική εθελοντών, κανόνες σύγκρουσης συμφερόντων, διαδικασίες έγκρισης δαπανών, πρότυπα συμβάσεων συνεργατών, καθώς και πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η συμμόρφωση με τον GDPR είναι ιδιαίτερα κρίσιμη όταν η οργάνωση επεξεργάζεται δεδομένα ανηλίκων, ασθενών, προσφύγων, ωφελούμενων ή άλλων ευάλωτων προσώπων.

 

Συνεπώς, η σύσταση μιας ΜΚΟ δεν περιορίζεται στην απλή υπογραφή ενός καταστατικού. Πρόκειται για διαδικασία που απαιτεί συνδυασμό εταιρικού, αστικού, φορολογικού, λογιστικού, διοικητικού και κανονιστικού σχεδιασμού. Η σωστή επιλογή νομικής μορφής και η προσεκτική προετοιμασία των ιδρυτικών εγγράφων μπορούν να αποτρέψουν μελλοντικές δυσλειτουργίες, φορολογικούς κινδύνους, προβλήματα χρηματοδότησης ή αμφισβητήσεις ως προς τη διοίκηση και τη διαχείριση του φορέα.

 

Για τον λόγο αυτό, η σύσταση ΜΚΟ πρέπει να γίνεται με τη συνδρομή εξειδικευμένου νομικού συμβούλου, ο οποίος μπορεί να αξιολογήσει τον σκοπό του φορέα, να προτείνει την κατάλληλη νομική μορφή, να συντάξει ορθά το καταστατικό και τα συνοδευτικά έγγραφα, να συντονίσει τη διαδικασία με λογιστή και αρμόδιες αρχές και να διασφαλίσει ότι ο φορέας θα ξεκινήσει τη λειτουργία του με πλήρη νομική, φορολογική και κανονιστική συμμόρφωση.

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει εξειδικευμένη εμπειρία στη σύσταση και νομική υποστήριξη μη κερδοσκοπικών οργανισμών, σωματείων και ΑΜΚΕ, παρέχοντας ολοκληρωμένες υπηρεσίες εταιρικού, φορολογικού και κανονιστικού σχεδιασμού, από το στάδιο της ίδρυσης έως την πλήρη λειτουργική και διοικητική συμμόρφωση του φορέα.