ΝΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ (Ν.3213/2003)

Το σύστημα υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης ή αλλιώς «πόθεν έσχες» των δημοσίων λειτουργών εντάσσεται στο γενικότερο νομοθετικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς στο δημόσιο τομέα. Οι κατηγορίες των υπόχρεων προσώπων, όπως και οι εκάστοτε επιβαλλόμενες κυρώσεις για την παραβίαση της σχετικής υποχρέωσης υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων ποικίλουν. Σε κάθε περίπτωση η θέσπιση μοντέλων υποβολής τέτοιων δηλώσεων από ορισμένες ομάδες προσώπων αντανακλά την τάση πρόληψης και καταπολέμησης της διαφθοράς, ενίσχυσης της διαφάνειας και της καθαρότητας στον δημόσιο τομέα, ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στους κρατικούς μηχανισμούς και πολιτικούς θεσμούς και την αποτροπή της σύγκρουσης συμφερόντων.

ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ

Το βασικό έγκλημα της με δόλο παράλειψης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης ή υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης (άρθρο 6 παρ. 2 εδ. α΄ Ν.3213/2003)

Τα διακεκριμένα εγκλήματα (άρθρο 6 παρ. 2 εδ. γ΄ και παρ. 3 Ν.3213/2003)

Το έγκλημα αμέλειας (άρθρο 6 παρ. 4 Ν.3213/2003)

Στο εν λόγω αδίκημα τυποποιείται και η τιμώρηση συμμετοχής στο έγκλημα της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως από κάποιο έτερο άτομο ενώ ο νομοθέτης εντάσσει στους δράστες του αδικήματος και τον σύζυγο του υπόχρεου προσώπου. Τρίτος είναι οποιοσδήποτε δεν είναι ο υπόχρεος για την υποβολή της συγκεκριμένης δήλωσης και συνεπώς και ο/η σύζυγος που φέρεται υποχρεωμένος/η να υπογράψει τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης που υποβάλλει ο/η υπόχρεος σύζυγός του/της, αν περιλαμβάνει μόνο περιουσιακά στοιχεία δικά του/της (του/της συζύγου του υποχρέου προσώπου), ή να συνυπογράψει τη δήλωση, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανήλικων τέκνων τους.

Ο νομοθέτης τυποποιεί ποινικά και την εξ αμελείας τέλεση του αδικήματος της μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης με την επιβολή χρηματικής ποινής. Ωστόσο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες, κατόπιν εκθέσεως τεκμηριωμένων απόψεων από τον συνήγορο υπερασπίσεως για τη στοιχειοθέτηση της μη συνειδητής αμέλειας.

Επιπροσθέτως, ο νόμος χορηγεί τη δυνατότητα εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως πόθεν έσχες, με την πληρωμή ηλεκτρονικού παραβόλου από τα υπόχρεα πρόσωπα, εισάγοντας τρόπον τινά μια μορφή δικαστικής άφεσης της ποινής.

Με την πάροδο των χρόνων παρατηρείται η διεύρυνση του κύκλου των υπόχρεων προσώπων και ως εκ τούτου η αυξανόμενη ποινικοποίηση αναφορικά με την μη υποβολή δηλώσεως. Όσο ο κύκλος των υπόχρεων διευρύνεται, ο θεσμός τείνει να αποκτήσει χαρακτήρα περιουσιολογίου πράγμα που δημιουργεί σύγχυση και ανασφάλεια δικαίου.

Δράστης των εγκλημάτων είναι μόνο το πρόσωπο που περιλαμβάνεται στον κατάλογο υποχρέων του άρθρου 1 –η με αναλογική εφαρμογή διεύρυνση του κύκλου των υποχρέων προσκρούει στο άρθρο 7 παρ. 1 Σ και στο άρθρο 1 ΠΚ-, ωστόσο ένεκα της πολυνομίας και των συνεχόμενων αλλαγών που επικρατεί, σύνηθες είναι το φαινόμενο, να προστίθενται υπόχρεα πρόσωπα στον κατάλογο, τα οποία δεν το γνωρίζουν και ως εκ τούτου να μην υποβάλλουν ως οφείλουν δήλωση πόθεν έσχες. Στην περίπτωση αυτή, ο συνήγορος μπορεί να προβάλλει τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, καθώς ένεκα των συνεχόμενων μεταβολών της νομοθεσίας και της διεύρυνσης του καταλόγου των υποχρεών, ο εκάστοτε κατηγορούμενος πέραν της ελλείψεως του δόλου δεν μπορεί να είχε ούτε καν αμέλεια, καθώς δικαιολογημένα δεν γνώριζε τη μεταβολή αυτή, που τον καθιστά υπεύθυνο.

Η δήλωση δεν θεωρείται ανακριβής ή ελλιπής σε περίπτωση μη ουσιώδους ανακρίβειας ή έλλειψης ή εφόσον, ύστερα από πρόσκληση του οργάνου ελέγχου, αποδεικνύεται η νομιμότητα της πηγής προέλευσης του στοιχείου που ανακριβώς έχει δηλωθεί.

Προβληματική είναι η πρόβλεψη του άρθρου 6 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία ανακριβής είναι και η δήλωση, όταν τα δηλωθέντα περιουσιακά στοιχεία ή η επαύξηση αυτών δεν δικαιολογείται από τα πάσης φύσεως, νομίμως αποκτηθέντα εισοδήματα του υπόχρεου, διάταξη που αντιβαίνει πλήρως στην αρχή της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου. Ουσιαστικά δημιουργείται ένα μαχητό τεκμήριο σε βάρος του υποχρέου σε δήλωση, και ο εκάστοτε πλουτισμός τεκμαίρεται παράνομος, εφόσον δεν αποδειχθεί η νόμιμη προέλευσή του.

Η εντύπωση που προκύπτει από τη μελέτη των σχετικών αποφάσεων είναι ότι τα δικαστήρια, κατόπιν σωστής υπερασπιστικής προσέγγισης από τον συνήγορο, αποφεύγουν κατά κανόνα να καταδικάσουν τον υπαίτιο για το βασικό έγκλημα δόλου, όταν δεν προκύπτει συμπεριφορά διαφθοράς. Στις περιπτώσεις αυτές, όταν η απόφαση δεν είναι αθωωτική, κατά κανόνα καταφεύγουν στο έγκλημα αμέλειας, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω.

 

*Το γραφείο μας έχει μεγάλη εμπειρία σε θέματα "ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ" και μπορεί να σας συνδράμει αποτελεσματικά σε κάθε υπόθεση αναφορικά με κατηγορίες για μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης Πόθεν Έσχες. Για περαιτέρω νομικές συμβουλές ή για την ανάθεση της υπόθεσής σας στο γραφείο μας μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο τηλ. 6981197152 ή με email στο info@vlc-law.gr. Σημειώνεται ότι απαγορεύεται βάσει Κώδικα περί Δικηγόρων η παροχή νομικών συμβουλών άνευ της ανάλογης αμοιβής (άρθρο 57 Ν. 4194/2013).