Η ΑΜΥΝΑ ΩΣ ΛΟΓΟΣ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ

Η ΑΜΥΝΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Κατά το άρθρο 14 ΠΚ, για να επιβληθεί ποινή σε κάποιον δράστη, πρέπει αυτός να ενήργησε ορισμένη πράξη, η οποία να είναι άδικη και καταλογιστή σε ενοχή του, να προβλέπεται και να τιμωρείται από το νόμο. Ένα, λοιπόν από τα στοιχεία του εγκλήματος είναι και ο άδικος χαρακτήρας της πράξης. Για να θεωρηθεί μια πράξη άδικη και επομένως αξιόποινη, θα πρέπει να μην συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου, έναν εκ των οποίων συνιστά και η άμυνα, που προβλέπεται στο άρθρο 22 του Ποινικού Κώδικα. 

Σύμφωνα με το άρθρο 22 ΠΚ:

1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε κατάσταση άμυνας.

2. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου στην οποία προβαίνει το άτομο προς υπεράσπιση του εαυτού του ή άλλου από παρούσα και άδικη επίθεση που στρέφεται εναντίον τους.

3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από τον βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της προσβολής που απειλείται, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις υπόλοιπες περιστάσεις.

Η άμυνα, ως λόγος άρσης του αδίκου, προϋποθέτει επίθεση παρούσα και άδικηΠιο συγκεκριμένα:

Α) πρέπει να υπάρχει επίθεση. Ως επίθεση νοείται ανθρώπινη συμπεριφορά που προκαλεί κίνδυνο για κάποιο έννομο αγαθό. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει επίθεση σε περίπτωση φυσικού φαινομένου, επίθεσης ζώου (εκτός αν αυτό αποτελεί όργανο επίθεσης ανθρώπου) ή σε περιπτώσεις αντανακλαστικών κινήσεων

Β) Η επίθεση αυτή πρέπει να παρούσα. Παρούσα είναι η επίθεση όταν η προσβολή του εννόμου αγαθού επίκειται άμεσα ή άρχισε και συνεχίζεται ακόμη χωρίς να έχει αποπερατωθεί.

Γ) Η επίθεση πρέπει να είναι άδικη. Άδικη είναι η επίθεση όταν σαν συμπεριφορά αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη. Κατά την κρατούσα άποψη η άδικη πράξη δεν είναι απαραίτητο να συνιστά έγκλημα κατά τις διατάξεις του ποινικού κώδικα ή κάποιου ειδικού ποινικού νόμου, αλλά αρκεί ο γενικά άδικος χαρακτήρας της πράξης, και επομένως, άδικη επίθεση αποτελεί και μία μη εγκληματική συμπεριφορά. 

Δ) Τέλος, η επίθεση πρέπει να στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του αμυνόμενου ή οποιουδήποτε τρίτου. Δεν επιτρέπεται, όμως, άμυνα για την αποτροπή προσβολής εννόμων αγαθών του ιδίου του επιτιθέμενου.

Καταληκτικά, επισημαίνεται πως δεδομένης της βαρύτητας που ενέχει η αμυντική πράξη και λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή ζημιά που μπορεί να προκληθεί από αυτή στον επιτιθέμενο, καθώς και του κινδύνου καταχρηστική ασκήσεως της άμυνας, η οποία εμφανίζεται όταν υπάρχει αφόρητη δυσαναλογία μεταξύ προκαλούμενης και επικαλούμενης βλάβης, ο ποινικός νομοθέτης προέβλεψε στα άρθρα 23 και 24 του Ποινικού μας Κώδικα τι συμβαίνει στην περίπτωση υπέρβασης των ορίων της άμυνας, καθώς και σε αυτήν της υπαίτιας πρόκλησης της κατάστασης άμυνας.

Άρθρο 23ΠΚ (Υπέρβαση άμυνας): «Όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη, και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις σχετικές με αυτήν διατάξεις. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενέργησε με αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση». Κλασσικό παράδειγμα υπέρβασης της άμυνας έχουμε όταν το μέσο που χρησιμοποιεί ο αμυνόμενος ή το πληττόμενο μέρος είναι σαφώς πιο επικίνδυνο από αυτό του επιτιθέμενου (πχ. ο επιτιθέμενος φέρει μαχαίρι και ο αμυνόμενος τον πυροβολεί με πιστόλι στο στήθος ενώ θα μπορούσε αρχικά να πυροβολήσει στον αέρα για εκφοβισμό και στη χειρότερη περίπτωση σε σημείο που δεν θα διατρέξει κίνδυνο ζωής ο επιιτιθέμενες, πχ. πόδι).

Άρθρο 24ΠΚ (Υπαίτια κατάσταση άμυνας): «Δεν απαλλάσσεται από την ποινή που ορίζει ο νόμος όποιος με πρόθεση προκάλεσε την επίθεση άλλου για να διαπράξει εναντίον του αξιόποινη πράξη με το πρόσχημα της άμυνας». Κλασσικό παράδειγμα υπαίτιας κατάστασης άμυνας αποτελούν οι συνεχείς λεκτικές προκλήσεις κάποιου που σκοπό έχουν να προκαλέσουν την αντίδρασή τρίτου και την μετέπειτα επίκλησης λόγου άμυνας για την απόκρουση της εις βάρος του επίθεσης που ουσιαστικά έχει προκαλέσει επίτηδες ο ίδιος.